28/4/14

Χρόνια πολλά, καθίκι


Καθίκι,
Ένα βράδυ, 
ανάμεσα σε μία από τις αϋπνίες μου
ανάμεσα σε δύο χώρες
-το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί σου λέω-
παραπάτησα στο σκοτάδι,
μπλέχτηκα στα καλώδια
-στο λέω για να μη νομίζεις-
και βρέθηκα στη μικρή γωνία 
του δανεικού μου γραφείου,
σχεδόν ανεπιτήδευτα.
 -Έχεις δίκιο σε κούρασα...
Άρχισα να κλαίω δάκρυα ντροπαλά
που όταν ξεθάρρεψαν πια
μπορούσες να με ακούσεις να ψιθυρίζω κάτι αθόρυβα αναφιλητά
αυτά που ξέρεις πως μόνο ο εαυτός σου μπορεί να ακούσει.
Στη σχέση μας, ακούμπησα σ' αυτή και ναι πάντα πίστευα πως είχα ακόμα μια ευκαιρία...
Με τα πολλά μιξοκλάματα 
-αυτά της στιγμής στο λέω για να μη νομίζεις-
Θυμήθηκα τις φορές που έμπαινα με απελπισία
στα πούλμαν να γυρίσω πίσω.
Ποτέ δεν σου είπα πόσο πολύ έκλαιγα.
Τι αδίστακτα που ήταν τότε τα δάκρυα;
Μπορεί ποτέ να μη σου είπα.
Το κεφάλι μου κολλημένο στο τζάμι 
και εγώ να κερνάω τον εαυτό μου 
όσο πόνο μπορείς να φανταστείς.
Ξέρεις,
απερίσκεπτα και ανεπιστρεπτί
όπως κάνουν οι έφηβοι.
Σχεδόν, χωρίς λόγο.
Όλες αυτές οι διαδρομές μέχρι να φτάσω αεροδρόμιο 
έμοιαζαν με μικρές
αποτυχημένες
απόπειρες αυτοκτονίας.
Καθίκι,
 -ίσως να ξέχασα να σου πω πως είσαι όντως ο καλύτερος άνθρωπος που γνώρισα.
Μαζί σου υπήρξα 
ο πιο ξεροκέφαλος αυτόχειρας.
Ποτέ μου δεν έβαλα μυαλό.
Αναρωτιέμαι,
μέτρησες ποτέ 
πόσους μικρούς θανάτους βιώσαμε;
Και έτσι, για να μη νομίζεις
απόψε
το ομολογώ
είμαι με το ένα πόδι εδώ
και το άλλο στον τάφο.

Μετά συνέχισα να κλαίω για πολλή ώρα ώσπου δεν άντεξα ούτε η ίδια να ακούω τον εαυτό μου και προσευχήθηκα να ξημερώσει ο Θεός τη μέρα.

 ΥΓ. -Συγγνώμη. Το ξέρω πως δε θα πρεπε να σου στείλω άλλα δεν μπορούσα
Γιατί απόψε 
γελάω καθίκι.



14/11/13

Και τίποτα δεν έχει ρυθμό Mandy...



Σήμερα καθώς επιστρέφαμε μαζί από τη σχολή στο σπίτι με τα πόδια μου είπε σχεδόν αυτολεξεί: «Έχω τσαντιστεί που θα βγει με τις φίλες της γιατί εγώ είμαι από το πρωί στη σχολή, θα γυρίσω σπίτι για μία ώρα, θα ξαναφύγω στις δέκα και όταν θα ξαναγυρίσω στις δώδεκα εκείνη θα κοιμάται. Το πρωί που θα σηκωθούμε θα πούμε ο ένας στον άλλο «καλημέρα» θα ντυθούμε εκείνη θα ξεκινήσει για τη δουλειά και εγώ για τη σχολή. Θέλω όταν λέμε ότι ζούμε μαζί να είναι ουσιαστικό αυτό το «ζούμε». Εγώ δηλαδή πότε θα τη δω; Ήθελα να γυρίσω σπίτι και να τη βρω εκεί.»

Μέχρι να μου αραδιάσει όλο αυτό το κατεβατό, προσπαθούσα να τον δικαιολογήσω μέσα στο κεφάλι μου. Σκεφτόμουν ότι ίσως να τον έχει επηρεάσει το ακαταλόγιστο του έρωτα και έχει τη φαλλοκρατική απαίτηση να μην πάει με τις φίλες της βόλτα και να την βρει στο σπίτι μόλις γυρίσει. Αν το καλοσκεφτείς όμως πόσο άδικο έχει τελικά αυτή η παιδαριώδης αντίληψη;

Ενώ έχω μπει σπίτι δεν άργησα να θυμηθώ εκείνη την ηλίθια θεωρεία που είχα δημιουργήσει και τριγύριζε επί ατελείωτους μήνες στο κεφάλι μου περί «χρόνου κοινής ζωής». Θυμάμαι μάλιστα το εαυτό μου στο ακουστικό του τηλεφώνου να λέει με αγχωμένη φωνή «Χάνουμε χρόνο από την κοινή μας ζωή. Αν πεθάνεις αύριο; Αν πεθάνω αύριο; Θα έχουμε χάσει πολύτιμο χρόνο από την κοινή μας ζωή χωριστά χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος.» Γιατί, αν αφαιρέσεις από τα δύο, τρία, δέκα χρόνια που περνάς με έναν άνθρωπο όλα μαζί τα λεπτά που άργησες στο ραντεβού, όλες τις ώρες που αναγκαστικά ή και όχι έφαγες αριστερά και δεξιά απασχολώντας τον εαυτό σου με άλλα πράγματα δουλειά, σχολή, βόλτες αποκλειστικά για φίλους, όλες τις φορές που τσακωθήκατε/κρατήσατε μούτρα και μερικές άλλες που ψιλοχωρίσατε για μια-δυο μέρες, όλες τις φορές που έκανες μπάνιο ή δεν πρόλαβες να πιάσεις το κινητό και δεν του σήκωσες το τηλέφωνο στην καλύτερη πόσος καθαρός χρόνος θα μείνει στο τέλος;

Όταν με το κακό βγεις από μία σχέση και τα βάλεις κάτω και τα μετρήσεις θα δεις πως τελικά ο χρόνος σας όχι μόνο δεν ήταν απεριόριστος όπως ήθελες να πιστεύεις στην αρχή αλλά όσο πήγαινε και λιγόστευε, σκέψου μία ατομική βόμβα που όπου να ΄ναι θα εκραγεί μέσα στα χέρια σου. Το κακό ή τουλάχιστον το χειρότερο δεν είναι μόνο ότι είχες πράγματα να πεις και τελικά δεν τα είπες ποτέ, μα το ότι είχες και άλλα τόσα να κάνεις που δεν τόλμησες και άλλα τόσα να δώσεις που τελικά κράτησες. Κάπου εκεί έρχεται η καταραμένη τούτη ώρα που οι κατάρες διαδέχονται η μια την άλλη και εύχεσαι ο Θεός να σου έδινε σαν αντάλλαγμα, σαν αποζημίωση για την ψυχική σου οδύνη μαζεμένα όλα εκείνα τα καταραμένα λεπτά που για χαζομάρα έχασες από την κοινή σας ζωή πίσω ακόμη και αν είναι χωρίς τόκο.

Όλα αυτά δεν τα λέω με σκοπό να επικροτήσω τα ζευγάρια που παριστάνουν τα σιαμαία αλλά με σκοπό να σε κάνω να ξυπνήσεις. Προφανώς και θα αφιερώσεις χρόνο αριστερά και δεξιά, προφανώς θα αφιερώσεις μία ολόκληρη μέρα στους φίλους σου, προφανώς όσο γρήγορα και να τρέξεις κάποια από τις φορές που θα σε καλέσει δεν θα προλάβεις να το σηκώσεις, προφανώς και θα κρατήσεις μούτρα αλλά όλες τις υπόλοιπές φορές που θα είστε μαζί φρόντισε να κάνεις κάτι τόσο πρωτότυπο και τόσο μελό όπως το να ζήσεις απλά τη στιγμή και να μην αφήσεις τη στιγμή να σε προσπεράσει, αυτό το καταραμένο «τώρα» που όταν εσύ θα πας στην επόμενη κιόλας σειρά μου θα έχει γίνει παρελθόν.


Έτσι με πήρε όλο το βράδυ να σκέφτομαι τη συζήτηση με το φίλο μου. Γύρισα στο σπίτι έφυγα και όταν επέστρεψα έκατσα έστω και αργά τα έβαλα κάτω και είδα πως για μήνες τώρα γκρινιάζω άδικα και πως τελικά ίσως εγώ να χρωστάω πολλά παραπάνω από ότι ο Θεός σε εμένα. Έπρεπε να περάσουν οχτώ μήνες για να καταλάβω πόσο άπλετο, κοινό και πραγματικά ευτυχισμένο χρόνο είχα και πόσο λάθος αποφάσισα να τον διαχειριστώ. Μέσα στην αχαριστία μου και λίγο πριν αρχίσω σαν άλλος θνητός να βαράω το κεφάλι μου με μανία στον τοίχο θυμήθηκα ότι χρωστάω ένα συγγνώμη για τις φορές που δεν προσπάθησα να τον καταλάβω, για τις φορές που τον βρήκα άδικο και σήμερα μέσα από καταστάσεις άλλων -Στέφη- καταλήγω να έχω τη στάση και την οπτική που εκείνος θα είχε τότε στη δική μας περίπτωση. Χρωστάω ένα ευχαριστώ στον άνθρωπο που μου έδωσε χωρίς να ζητήσει τίποτα, που όταν με φίλησε για πρώτη φορά έχασα τη γη από τα πόδια μου και νόμιζα πως πετάμε. Χρωστάω πολλά και έχω ακόμη άλλα τόσα να μάθω και να καταλάβω αλλά το μόνο που ζητάω στην τελική είναι ο Θεός να μας αποζημιώσει με όλα εκείνα τα λεπτά φιλιών, αγκαλιών, τσιγάρων και συζητήσεων που χάσαμε ψάχνοντας μάταια για μία μικρή θέση παρκινγκ κάπου στο Κολωνάκι.

Αφιερωμένο στη Ρ.

29/4/13

Love will tear us apart




Δεν ξέρω γιατί αποφεύγω τόσο απροκάλυπτα να ξεκινήσω με το όνομα σου ή με κάποια τυπική μετοχή τύπου «Αγαπημένε μου Τάδε». Επίτηδες το κάνω αλλά, γιατί;

Μπορείς να το πάρεις σα γράμμα μέρας, σα μία συστατική επιστολή για το μέλλον μας, δικό σου και το δικό μου που καραδοκεί και μας περιμένει στη γωνία με μία κάνη στραμμένη στα αγκαλιασμένα χέρια μας. Ιδού λοιπόν το κείμενο που τόσο πολύ περίμενες και με ξέρεις δεν μπορούσα να μην αντισταθώ στην πρόκληση όταν επιβάλει κάποιο γραφτό.

Σε μία άλλη ζωή θα με έλεγαν Ντεμπόρα και εσένα Ίαν. Δε θα σπούδαζε κανένας από τους δύο θα είχαμε μία ξανθιά κορούλα και θα μέναμε μαζί στο Μάντσεστερ. Αφού όμως δε με λένε Ντεμπόρα και εσένα δε σε λένε Ιαν, γιατί νιώθω σα να κρατάω ένα μωρό στην αγκαλιά και φωνάζω για βοήθεια ενώ ο άντρας μου βρίσκεται κρεμασμένος στην κουζίνα του σπιτιού μου;

Η αγάπη πια έχει αρχίζει να μοιάζει με ένα φορτίο ασήκωτο που σέρνουμε από γωνία σε γωνία -σαν ένα ψόφιο σκυλί- και κλαίω γιατί κουραστήκαμε και δεν έχουμε πια που να ακουμπήσουμε. Και ξέρεις ότι τίποτα πιο πολύ δε με πονάει από την ανημποριά και τους αποχωρισμούς. Να ακουμπάς και να μεταφέρεις χέρι χέρι, αγκαλιά στην αγκαλιά τον πόνο μέχρι το μεδούλι.

Άραγε θα βρούμε ποτέ μας συγχώρεση; Άραγε θα βρω ποτέ μου συγχώρεση;

Όταν έστριψα και έκανα να φύγω λίγο πριν αρχίσω να τρέχω άκουσα την ίδια μελωδία αυτή που μου έμαθες εσύ.Aν θυμάμαι καλά σε άκουσα να φωνάζεις το όνομα μου αλλά δεν ξέρω αν κάποιος από τους δυο μας είχε το κουράγιο να με δει να γυρίζω πίσω.

Δεν βρίσκω καμία υπόσχεση να κρατήσω και ο υπολειπόμενος χρόνος μου, ο δικός μου χρόνος δεν είναι αρκετός για να σε καλέσω. Είναι κάτι μέρες σαν και αυτές που από τον πόνο φοβάμαι ότι θα ξεχάσω το όνομα σου και δεν θα έχω πια σε ποιόν να απευθύνομαι, θα χάσω τον προσδιορισμό μου.

Δεν είναι ένα ακόμη κείμενο, δε θέλω να το πάρεις έτσι.
Είναι το τηλεφώνημα που δεν ξέρω αν θα βρω ή θα έχω τη δύναμη να πάρω,
είναι το τηλεφώνημα που δεν ξέρω αν θα βρεις ή θα έχεις τη δύναμη να απαντήσεις και δεν μπορώ να ζητήσω πράγματα ούτε από εσένα ούτε από εμένα.
Είναι ο καφές που αν συναντηθούμε τυχαία θα πούμε ότι θα πιούμε και δε θα τον πιούμε ποτέ.
Είναι η επόμενη κοπέλα και το επόμενο αγόρι.
Είναι όλα εκείνα που θα μας θυμίζουν κάτι από αυτό που υπήρχε και θα προσπαθήσουμε να το ξεχάσουμε.
Είναι όλες οι στιγμές που δε θα ‘μαι εκεί και δε θα είσαι εδώ.
Είναι τα λόγια και τα σ’ αγαπώ που φοβάμαι ότι θα πούμε στο μέλλον ανώφελα.
Είναι όλα εκείνα τα δάκρια που δεν αντέχεις να βλέπεις στα μάτια μου και εγώ δεν μπορώ να τα κρύψω για να σε κάνω να νιώσεις καλύτερα.
Είναι για όλα εκείνα που δεν θα είναι και δεν θα γίνουν ποτέ.

Αγαπημένε, δεν έχασα την παρτίδα, έχασα την πατρίδα μου.
Και δε φοβάμαι για μένα καθόλου αλλά για σένα.

Αγαπημένε, σε μία άλλη ζωή θα με έλεγαν Ντεμπόρα και εσένα Ίαν και μπορεί να σου κρατούσα κακία και να παρίστανα ότι είμαι καλά αλλά σε αυτή τη ζωή εγώ είμαι εγώ και εσύ είσαι εσύ και παίρνω πάνω μου όλη την ευθύνη γιατί ξέρω πως μου αναλογεί και εύχομαι να είσαι καλά και ευτυχισμένος ακόμη και ανάμεσα από αναφιλητά που δεν μπορώ να τα κρατήσω.

Αγαπημένε, σε μία άλλη ζωή θα με έλεγαν Ντεμπόρα και εσένα Ίαν και θα ζούσαμε μαζί μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος αλλά σε αυτή τη ζωή εγώ είμαι εγώ και εσύ είσαι εσύ και μείναμε μαζί μέχρι που μας χώρισε η αγάπη.

Χρόνια πολλά.

10/3/13

Για παραπάνω από 35 δεύτερα




Ίσως να φταίει η πιο αργή και από χελώνα δικτύωση μου μέσα στα social networks αφού είμαι κάτοχος μόνο μίας σελίδας κοινωνικής δικτύωσης αυτής του facebook μου και άμεσα περιορίζομαι. Ίσως να φταίει που τις περισσότερες ώρες απασχόλησης μου στον υπολογιστή τις ξοδεύω αλόγιστα ψάχνοντας για ταινίες στο imdb ή για πρόσωπα και δουλειές των συγκεκριμένων ανθρώπων που μου είναι ήδη γνωστά. Ίσως φταίει το ότι η χρονική διάρκεια που αφιερώνω στο youtube είναι τόση ώστε να ακούσω κάποιο κομμάτι που έχω ξανά ακούσει ή κάποιον καλλιτέχνη τον οποίο ήδη γνωρίζω. Δεν ξέρω τι ακριβώς είναι αυτό που φταίει και πάντα είμαι η τελευταία που μαθαίνω την χ ψ καινούργια μόδα που θα σκάσει και θα λάμψει σαν πυροτέχνημα στον ουρανό του παγκόσμιου ιστότοπου και με την ίδια σβελτάδα θα σβήσει πριν καλά καλά το πάρω χαμπάρι. Πρώτα θα το ακούσει/μάθει/δει κάθε απανταχού Γάλλος, Αμερικάνος, Πορτογάλος, Κινέζος, Εσκιμώος και πάντα εγώ τελευταία στη σειρά θα προσπαθώ να μάθω τι είναι αυτό για το οποίο κουβεντιάζει όλη μου η σχολή, όλη μου η παρέα, όλοι μου οι διαδικτυακοί φίλοι.

Με το τελευταίο όμως χιτάκι, το Harlem Shake έγινε το εξής παράδοξο που δεν συνέβη με προηγούμενα όπως το Gangnam style ή Το πουλάκι τσίου. Στάθηκα τυχερή να δω ανεβασμένο το βίντεο στην αρχική μου σελίδα από κάποιο συμφοιτητή και αρκούσε η ένδειξη «Gangnam style φάε τη σκόνη του» για να με δελεάσει και να το ανοίξω σε μία καινούργια σελίδα. Αρχικά ήταν ένας μαντραχαλάς χωρίς μπλούζα για να γίνουν ένα μάτσο μαντραχαλάδες που επιδίδονταν σε περίεργες χορευτικές φιγούρες άλλοι τσίτσιδοι, άλλοι με αποκριάτικες στολές από κόκορα μέχρι και Trooper για το πολύ 35 δεύτερα. Επικρότησα τη μέχρι ενός σημείου δημιουργική εκτόνωση και μετά αναρωτήθηκα τι είναι ακριβώς αυτό που θέλει να μου πει οπότε σαν κλασική Ελληνίδα με υπολογιστή του 2013 έτρεξα να το googλάρω. Η μία καινούργια καρτέλα του Chrome με έστελνε σε άλλη στην αναζήτηση για να μου φέρει την πρωτιά στο σαλόνι του φίλου μου Βασίλη τρεις μέρες μετά ο οποίος είχε αργήσει σε σχέση με μένα να μάθει αυτό το καινούργιο trend. Είχα βγει χάρης το συμφοιτητή μου πρώτη στον μαραθώνιο μόδας του διαδικτύου. Και προφανώς εκτός από νικήτρια ένιωθα και εντελώς ηλίθια που είχα μπει στη διαδικασία να μάθω τι είναι αυτό και να το συζητήσω.

Κάπου στα τέλη του ’95 και ενώ μέτραγα πέντε χρόνια ζωής εμφανίστηκε το Macarena το οποίο μέχρι και η γιαγιά μου έμαθε να το χορεύει. Κάπου στα τέλη του 2002 τρεις αδερφές από την Ισπανία τραγουδούσαν σε ένα μπιτσόμπαρο «Ασερεχεχά…» και μαζί με εκείνες κάθε απανταχού Ισπανόφωνος, Αγγλόφωνος, Ελληνόφωνος και βάλε σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά και κουνώντας τους γοφούς περαδώθε. Το συγκεκριμένο μάλιστα θυμάμαι τον πατέρα μου να το χαρακτηρίζει αρρώστια αφού τον είχα κάνει χρυσό να μου αγοράσει το σιγκλάκι και τον τραβολογούσα με την φίλη μου Ειρήνη στο (τότε) Plus Soda που οι αγαπημένες μου Las Ketchup είχαν έρθει Ελλάδα για μία –στα σίγουρα γερή- αρπαχτή.

Ο τσελεμεντές ενός One-Hit-Wonder περιλαμβάνει τα εξής: Στίχος με απουσία κεντρικού νοήματος, πάνω σε γρήγορο ρυθμό, γαρνιρισμένο με εύκολη χορογραφία που και η θεία μου η Νικολέτα 70plus (λέει) μπορεί να χορέψει, τοποθετημένη σε ένα βίντεο κλίπ που θα προβάλει ξεκάθαρα τη χορογραφία και θα βοηθάει στη γρήγορη απομνημόνευση αυτής και του ρεφρέν από το κοινό. Για ένα άριστο αποτέλεσμα καλό θα ήταν η εφεύρεση μία λέξης όπως macarenaaserejejadejedibi,κολοτερορίτα που μέχρι και την Κική Δημουλά θα έκαναν να τρίβει τα μάτια της για αυτό το θαύμα λεξιπλασίας. Στόχος είναι να μην ξεφύγει κανένας και να απομνημονευθεί από το όσο το δυνατών περισσότερους εγκεφάλους μέσο της επανάληψης, μήτηρ πάσης μαθήσεως.

Το περίεργο με αυτά τα τραγούδια είναι ότι κανένας, πέρα από κάτι ξερόλες που ήθελαν να το παίζουν έξυπνοι διορθώνοντας τους άλλους και είχαν αποστηθίσει με απόλυτη ακρίβεια τους στίχους, δεν ήξερε παραπάνω από τέσσερις συλλαβές. Για να σε βοηθήσω να καταλάβεις το τραγούδιFreestyler (μεγάλο one-hit-wonder στα παιδιά του ’99 για εσάς τους μικρότερους) σίγουρα δεν έλεγε «freestyler γουακαμακαφοουν» και είμαι σίγουρη ότι ποτέ δεν θα μάθω τι ακριβώς έλεγε και εννοούσε ο ξανθός τυπάκος με τα σκουλήκια για μαλλιά. Πως γίνεται να σου αρέσει κάτι όταν καλά καλά δεν ξέρεις τι ακριβώς λέει και κατά προέκταση, τι ακριβώς εννοεί;

Το ακόμη πιο περίεργο και αυτό που με βάζει σε σκέψεις είναι πως είναι δυνατών ένα τραγούδι με τα παραπάνω χαρακτηριστικά (πιο συγκεκριμένα τοGangnam style) να αρέσει στην ενός χρονών ξαδέρφη μου (διαπιστωμένο), στην δεκατετράχρονη αδερφή μου και την παρέα της και σχεδόν σε μία ολόκληρη φοιτητική κοινότητα. Για να το περάσω όμως σε μία μεγαλύτερη κλίμακα, πως είναι δυνατών αυτό το τραγούδι να αρέσει σε τόσους πολλούς και τόσο διαφορετικούς ανθρώπους ώστε στο youtube να μετράει πάνω από ένα δις προβολές;Όσο βαρύγδουπο και αν ακούγεται όλα τα παραπάνω είναι ναι μεν μικρά αλλά ατράνταχτα δείγματα παγκοσμιοποίησης. Είναι δείγματα μίας παγκόσμιας κοινωνίας που ακούει μουσική μαζικά, ντύνεται μαζικά, τρώει μαζικά, παρακολουθεί κινηματογράφο μαζικά, κατεβάζει σειρές μαζικά,διαβάζει βιβλία μαζικά (μην ξεχνάμε τις 50 αποχρώσεις το γκρι) ίσως και να σκέφτεται μαζικά. Δεν αναφέρομαι σε κάποια θεωρεία συνωμοσίας αλλά σε ένα φαινόμενο που μηδενίζει τη διαφορετικότητα.Σε ένα φαινόμενο που για να γίνει κάτι αρεστό και κατανοητό σε παγκόσμια κλίμακα πρέπει να υποβαθμίσει και να μειώσει την ποιότητα προς όφελος της ποσότητας, ένα φαινόμενο που στόχος του δεν είναι να εμπνεύσει άλλους ανθρώπους αλλά να συνεχίζει την αντίληψη του ''copy-paste'' την αντίληψη του ''ό,τι βλέπω κάνω''. 

Ίσως είναι απλά τρίλεπτα τραγούδια χωρίς κανένα απολύτως νόημα. Ίσως είναι απλά μία μόδα και όπως ξέρουμε μόδα είναι θα περάσει. Ίσως εγώ να έχω παραγίνει σοβαρή και να καταντάω σοβαροφανής. Ίσως να με εξόργισε λίγο παραπάνω από ότι θα έπρεπε η μάζωξη όλων εκείνων στο Θησείο για το βίντεο του Harlem Shake στις 23 Φεβρουαρίου. Ίσως να με μιζέριασε και εμένα η οικονομική κρίση και να τα βλέπω όλα μαύρα και με καθόλου χιούμορ. Ίσως δεν μπορώ να καταλάβω πως γίνεται 4000 άνθρωποι που τους είπε κάποιος «Με το τρία αρχίστε να χτυπιέστε γύρω από τον τύπο με το κράνος.» να περνάνε καλά. Ίσως και αυτοί σε καμιά δεκαριά χρόνια να νιώσουν το ίδιο χαζοί και αφελείς όπως ένιωσα εγώ πριν καμία δεκαριά χρόνια που έβαλα το μπαμπά μου να πληρώσει 20 ευρώ για να ακούσω το ίδιο τραγούδι μία στα Αγγλικά και μία στα Ισπανικά ενώ εγώ κουνούσα τους γοφούς μου περαδώθε και σταύρωνα τα χέρια μου μπροστά, προφανώς για παραπάνω από 35 δευτερόλεπτα.

7/2/13

Για ένα ζευγάρι παπούτσια


στη Μαρία Π.


Προσπαθώ να σχεδιάσω στα γραπτά μου
όλα εκείνα που ονειρεύομαι.
Είναι η πρώτη μου φορά, 
που θα γράψω με συνείδηση.
Ίσως τα σχέδια μου 
να σου μοιάζουν, με άμαθου πεντάχρονου
αλλά αυτά ονειρεύομαι.
Βουτηγμένη και άυλη
αιωρούμαι στου διαστήματος
την εκκωφαντική σιωπή.
Μετά πάλι πίσω στη Γη καλπάζω
σε βιομηχανικές περιοχές και εργοστάσια.
Κοντοστέκομαι και με χαμόγελο 
χαιρετάω αδερφικά εργάτες
με μπλε ποδιές και λερωμένα χέρια σκληρά.
Μετά στα Πανεπιστήμια,
πατήματα μικρά και βιαστικά
τα καλύτερα παιδιά
μέσα σε τρύπια παπούτσια
να ονειρεύονται τον εαυτό τους
μέσα σε καλοσιδερωμένα πουκάμισα.
Να τραβάνε τη ζωή τους από τα μαλλιά
για να την πάνε μισό βήμα παρακάτω.
Μετά ένα πανό
που κανείς μας δεν μπορεί να κρατήσει
κανείς δε μπορεί να κουμαντάρει.
Ήταν όπου και ο αέρας.
Μετά εγώ πάλι
εκεί που ονειρεύομαι.
Στο απέραντο λιβάδι
που στο βάθος του 
μικροσκοπικά λαμπάκια
ανοιγοκλείνουν τα μάτια τους.
Να αγγίζω το απόλυτο σημείο του σύμπαντος
να ισορροπώ στην πιο λεπτή γραμμή του ορίζοντα
έχοντας κάνει ένα γύρο του θανάτου,
γύρω από το απόλυτο μηδέν.
Διακτινίζομαι ανάμεσα από λόχους
ηχητικών ατμοσφαιρικών κυμάτων και μηνυμάτων.
Ελίσσομαι 
και μαθαίνω να γλυτώνω φτηνά το τομάρι μου.
Τα τενεκεδένια κουτάκια
είναι τα πιο φωτεινά αστέρια
και τα πιο οργισμένα μάτια
τα πραγματικά στερημένα.
Ο κόσμος είναι όπως τον μάθεις
και εγώ έτσι τον συνάντησα.
Μαρία, δε θα ντραπώ να στο πω
με ξαναπήραν τα κλάματα.
Όχι για σένα
μα που νιώθω ότι παραμελείς την κιθάρα σου
και ξέρω ότι της λείπεις.
Μαρία, πάντα έγραφα για τα τρύπια παπούτσια των άλλων
και είχα ξεχάσει ότι είχα αφήσει τα όνειρα μου ξυπόλητα.
Έτσι έκατσα μία φορά να γράψω για τα όνειρα μου
με χαρτί και στυλό όπως παλιά.
Και Μαρία στο λέω,
ονειρεύτηκα ότι γεννήθηκα για να γράφω
και ξέρω ότι στην πραγματικότητα
είμαι αυτό που ονειρεύομαι.
Μαρία,
κανείς δεν θα τραγουδήσει τα όνειρα σου όπως εσύ.
Γι΄αυτό σου λέω,
απόψε,
μην πιάσεις την κιθάρα κοιτώντας τον εαυτό σου
αλλά κοιτώντας τα όνειρα σου που έχεις αφήσει ξυπόλητα
για τα τρύπια παπούτσια των άλλων.

5/12/12

I REMEMBER DECEMBER




Ο Δεκέμβρης είναι ο αγαπημένος μου μήνας.
Και αύριο θα είναι 6 Δεκεμβρίου του 2012.


Θα είναι μία από αυτές τις περίεργες μέρες που απλά θα κυλήσουν, που δεν θα κάνω κάτι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο. Θα πάω στη σχολή, θα ανταλλάξω αστείες κουβέντες που με το που βγουν από τα χείλη θα πέσουν στο πάτωμα και θα ξεχαστούν, που θα ανοίξω διάλογο με το Σταύρο και μετά θα αναρωτιέμαι τι πάω και του λέω και πόσο γραφική έχω γίνει. Θα περιπλανηθώ στους δρόμους του σουπερ μάρκετ και θα ξεχάσω τι είναι αυτό που πραγματικά μου χρειάζεται και με έφερε ως εδώ, θα νομίζω ότι το βρήκα, θα πληρώσω ευγενικά την ταμία, με σακούλες γεμάτες θα ανηφορίσω για το σπίτι μου αφού σταματήσω πρώτα από το σπίτι του Γιάννη για μία κουβέντα, ένα μικρό απολογισμό για να αναλωθούμε στο τι κάναμε σήμερα και ένα τσιγάρο στα βιαστικά. Θα φτάσω σπίτι θα φορέσω πιο βολικά ρούχα, θα βολευτώ στον καναπέ και βολεμένη καθώς θα είμαι θα προσπαθήσω να κοιμηθώ.
Ας πούμε ότι αύριο είναι η πρώτη μέρα του χρόνου.
Ας μεταθέσουμε την Πρωτοχρονιά από 1 Ιανουαρίου σε 6 Δεκέμβρη.
Θα κάτσουμε και θα φτιάξουμε τεράστιες λίστες με όλα αυτά που θέλουμε να αλλάξουμε.
Όμως αύριο δεν είναι η πρώτη μέρα του χρόνου. Είναι απλά η έκτη μέρα του Δεκέμβρη,  η επόμενη της πέμπτης.
Είναι μία από αυτές τις μέρες που υποχρεώνω τον εαυτό μου να γράψει και ίσως για αυτό να μην είναι ιδιαίτερα καλό και αξιοπρόσεχτο το συγκεκριμένο κείμενο.
Θέλω όμως να του δώσετε πολύ σημασία.
Οι άνθρωποι ξεχνάνε.
Η ζωή μας έχει γίνει πιο πορνογραφική από ποτέ και εμείς χάσαμε τον ρομαντισμό μας.
Σκοτώσαμε δύο παιδιά.
Το ένα είναι αυτό που κρύβαμε μέσα μας.
Οι άνθρωποι μεγαλώνουν και όταν κοιτάζονται στον καθρέφτη κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν.
Ξεχνάνε τι ήταν, δεν θέλουν να θυμούνται γιατί πια είναι μεγάλοι και δεν τους κάνει.
Θυμάστε τότε που βγήκαμε στο δρόμο;
Κάποτε, τέσσερις μέρες πριν περάσω από τα δεκαεφτά μου στα δεκαοχτώ νόμιζα ότι ο κόσμος θα αλλάξει. Πίστευα ότι θα αλλάξω τον κόσμο. Πιστεύαμε όλοι ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο.
Από τότε τα χρόνια πέρασαν και σε τέσσερις μέρες πάω από τα είκοσι στα εικοσιένα και έχω πάψει να πιστεύω ότι θα αλλάξω τον κόσμο. Έχουμε πάψει να πιστεύουμε ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο.
Οι άνθρωποι φοβούνται και δεν βγαίνουν πια στους δρόμους.
Ο Δεκέμβρης έχει γίνει μία ανάμνηση από τα Λυκειακά μας χρόνια και σκηνές ολόμαυρες με φωτιές και δράκους να περνάνε θολά καρέ-καρέ στην οθόνη της τηλεόρασης.
Οι άνθρωποι μεγάλωσαν.
Περιμένουν κάποιον άλλον να τους τραβήξει από το χέρι, ξέχασαν ότι έχουν πόδια.
Αύριο το βράδυ θα φτάσω σπίτι αργά το βράδυ, θα φορέσω πιο βολικά ρούχα, θα βολευτώ στον καναπέ και βολεμένη καθώς θα είμαι θα προσπαθήσω να κοιμηθώ.

Ενός λεπτού σιγή για το παιδί που ξεχάσαμε μεγαλώνοντας.
Ενός λεπτού σιγή για το παιδί που σκοτώσαμε μεγαλώνοντας.
Ενός λεπτού σιγή για τον εαυτό μας που μεγάλωσε.
Ενός λεπτού σιγή για το παιδί.
Ενός λεπτού σιγή.
Ενός λεπτού σιγή.
Ενός λεπτού σιγή.
Όχι άλλα παιδιά ξαπλωμένα στους δρόμους.
Όχι άλλα μυαλά πεταμένα στους δρόμους.
Ας κάνουμε αύριο τη μέρα να μοιάζει με Πρωτοχρονιά.
Ας είναι αύριο η πρώτη μέρα που δεν θα ξεχαστούμε.
Ας είναι αύριο η πρώτη μέρα, που θα θυμηθούμε όσα ξεχάσαμε.
Η πρώτη μέρα που θα αλλάξουμε.
Ας πει ο καθένας μας «Δεν ξεχνώ, δεν υποχωρώ.»
Γιατί όσο δεν ξεχνώ δεν μπορώ να κοιμηθώ τα βράδια, δεν μπορώ να υποχωρήσω.

Για αύριο, το ημερολόγιο δείχνει 6 Δεκέμβρη του 2012 
και εμένα ο Δεκέμβρης είναι ο αγαπημένος μου μήνας, 
γιατί ήταν μόνο η αρχή.

29/11/12

Δύο


Και όταν έρθει το τέλος της εποχής
κανένα μέρος, 
δεν θα είναι ακατάλληλο για θαύματα.
Τίποτα δεν θα γίνεται τυχαία
όλα θα είναι αυθόρμητα
όπως η επανάσταση.
Κανείς δε θα αγριεύει,
τα πάντα θα έχουν εξημερωθεί.
Ο κόσμος θα βγάζει φωτογραφίες με λουλούδια
και θα ζωγραφίζει την αγάπη στους τοίχους.
Οι λέξεις θα δραπετεύουν
δεν θα κρύβονται φοβισμένες
στο κάτω μέρος της γλώσσας μας.
Εσύ θα μου μιλάς πάλι για ανεκπλήρωτες ιδέες
και θα πιστέψεις σε όσα σε πρόδωσαν.
Εγώ θα σου γράφω όμορφα ποιήματα
και θα σταματήσω επιτέλους να κλαίω.

3/11/12




Θυμάμαι ακόμη
τα φώτα και τις αναμνήσεις 
που έρεαν από τα μάτια σου.
Δύο μπουκάλια δάκρυα.
-κορόμηλα στη βεράντα.-
Οι σχισμούλες,
σαν κουμπότρυπες.
Δύο παράλληλες γραμμούλες για χείλη
και μια φράουλα στη μέση.
Ήσουν ό,τι πιο μικροσκοπικό 
είχα δει μέχρι τότε.
Ήμουν πολύ μικρή για να ξέρω
αλλά πια νομίζω 
πως όταν σε πρωτοαντίκρισα
πρέπει είχα 
την πρώτη κρίση πανικού μου.
Ήσουν πιο μικρή από όλες.

Φοβόμουν ακόμη και να σε χαϊδέψω.

Μετά τα χρόνια πέρασαν.
Και τώρα πια μου θυμίζεις 
όλα τα ηλιοβασιλέματα,
όλους τους ουρανούς,
όλα τα καλοκαίρια,
όλες τις σχολικές εκδρομές.
Όλα αυτά που άφησα πίσω
για να ζήσεις.
να υψώνεις τα πόδια σου ξυπόλητα 
στα ταβάνια του Κόσμου
και να τρέχεις 
με της φαντασίας τα χέρια
να χτίσεις τη ζωή σου.
Και μου θυμίζεις 
όλα εκείνα που δεν πρόλαβα να γίνω
για να γίνεις εσύ.
Και μου θυμίζεις τα
μισόκλειστα μάτια
το θερμό κουτί
τα παιδικά μου ουρλιαχτά
τα τραγούδια
τις ισορροπίες που ποτέ μου δεν κράτησα.
Στο τσίρκο,
στη ζούγκλα της ζωής μου
τα μάτια σου,
να μου θυμίζουν
εκείνον τον ασμήλευτο παράδεισο.




28/10/12

Δε θα περά, δε θα περάσει ο...




28η Οκτωβρίου σήμερα.Γαλανόλευκα σημαιάκια σε γιρλάντες κρεμασμένα από κολώνες της ΔΕΗ, παιδιά και έφηβοι στους δρόμους ντυμένοι με άσπρα πουκάμισα, η Ελληνική σημαία κρεμασμένη σε μπαλκόνια μεγάλων πολυκατοικιών, μεγάλα μαύρα επιβλητικά ''ΌΧΙ'' πάνω σε πλακάτ, ασπροκόκκινες λωρίδες σαν αυτές που βάζουμε στα έργα οικοδόμησης, περήφανοι πατεράδες, καλοχτενισμένα κορίτσια Λυκείου, βήματα, ''Σημειωτών, εμπρός  μαρς!'', τύμπανα και η Βέμπο να ακούγεται από κακής ποιότητας ηχεία.Όσο η μικρή αδερφή μου φορούσε τη μπλε φούστα της και το άσπρο πουκάμισο της να πάει να γιορτάσει για κάτι που ανάθεμα και αν ξέρει τι πραγματικά είναι λίγο πιο βόρεια της Αθήνας αστυνομικοί παρακολουθούσαν ένα σπίτι στη Δροσιά όπου βρισκόταν ο δημοσιογράφος Κώστας Βαξεβάνης ως καταζητούμενος για τη δημοσίευση της περιβόητης λίστας Λαγκάρντ ο οποίος σήμερα το πρωί κιόλας συλλαμβάνεται από αστυνομικούς που μπουκάρουν στο σπίτι με εντολή εισαγγελέα και τον εισαγγελέα μαζί.

Μαθαίνω για το γεγονός από φίλη και πριν προλάβω να καταλάβω γιατί τον συλλαμβάνουν, με ποιές κατηγορίες η αρχική μου σελίδα έχει γεμίσει με θερμές περιοχές που γράφουν ''Κώστας Βαξεβάνης διαδόστε το'', ''ΟΜΑΔΑ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΒΑΞΕΒΑΝΗ'' και ''Drop all charges against Greek journalist Kostas Vaxevanis''. Όσο λοιπόν η αδερφή μου ήταν στρατιωτικά στοιχισμένη παρελαμβάνοντας κατά του φασισμού κάποιοι άλλοι είχαν ''φροντίσει'' για αυτό.Λίγες ώρες αργότερα και ενώ η παρελάσεις ανά την Ελλάδα έχουν λάβει τέλος και στο δρόμο βρίσκονται μόνο πεταμένα σκουπίδια από τους θεατές η υπόθεση λήγει με το Βαξεβάνη ελεύθερο να δίνει ραντεβού με τον ανακριτή για την επόμενη μέρα στις 12:00.

Στην αρχή γέλασα, γέλασα γιατί δεν μπορούσα να διανοηθώ πόσο θράσος μπορούν να έχουν ή να βρουν κάποιοι άνθρωποι αλλά θα μου πεις, τώρα θα τους μάθουμε;Το γέλιο μου κόπηκε όταν υπενθύμισα (και χρησιμοποιώ αυτό το ρήμα γιατί θεωρώ ότι όποιος δεν έχει ΉΔΗ συνειδητοποιήσει ότι η κοινωνία που ζούμε είναι σάπια ή κατοικεί στον Άρη ή δεν έχει σώας στας φρένας) στον εαυτό μου ότι ζούμε σε μία κοινωνία παντελώς διαστρεβλωμένη που βασίζεται σε διαστρεβλωμένες ιδέες, έννοιες, ορισμούς, Εθνικές επετείους ακόμη και σε ένα διαστρεβλωμένο Σύνταγμα το οποίο συνεπάγεται με μία διαστρεβλωμένη δημοκρατία.Οι λέξεις έχουν χάσει το νόημα τους και χρησιμοποιούνται παραποιημένες ίσως γιατί τα όρια έχουν πάψει εδώ και χρόνια να είναι ευδιάκριτα και όλοι λίγο πολύ έχουμε χάσει τη μπάλα.Η δημοκρατία έχει γίνει καραμέλα, η Βουλή (το βράδυ)είναι ένα πανέμορφο περιτύλιγμα και ο φασισμός βρίσκεται στα μαύρα μπλουζάκια της Χρυσής Αυγής και στις ομιλίες του Μιχαλολιάκου.

Φασισμός δεν είναι ΜΌΝΟ ο Μιχαλολιάκος, η απαγόρευση κυκλοφορίας μετά της εννέα, ο Παπαδόπουλος, τα τανκ, ο Χίτλερ  η λογοκρισία. Φασισμός είναι το ίδιο το σύνταγμα και οι νόμοι όταν παύουν να λειτουργούν προς όφελος της κοινωνίας, φασισμός είναι η απόκρυψη της αλήθειας και η διαστρέβλωση της. Όπως και δημοκρατία, δημοκρατία δεν είναι τα ΜΑΤ στις πορείες, οι εκλογές, το να μπορείς να κυκλοφορείς ελεύθερος με ταυτότητα στην τσέπη, δημοκρατία είναι να υπάρχει ίση αντιμετώπιση, ίδια δικαιώματα ελευθερία και κυρίως δικαιοσύνη.

Όπως έδειξε η σημερινή μέρα, ο φασισμός δεν έχει περάσει, είναι χρόνια τώρα εδώ και κυκλοφορεί ανάμεσα μας μεταμφιεσμένος δείχνοντας τις στιγμές που πρέπει και συμφέρει το πραγματικό του πρόσωπο για να παίξει μαζί μας.Το τραγούδι του Λοίζου ''Το ακορντεόν'' το θυμόμαστε μονάχα επετειακά, αραιά και που. Τα κορίτσια κατεβαίνουν με μίνι και ψηλοτάκουνες γόβες, τα αγόρια με σηκωμένα μαλλιά λες και το πήγαν σερί από χθες το βράδυ club - παρέλαση, αργότερα πάνε για καφέ ή μαζεύονται σε κάποιο οικογενειακό τραπέζι.Οι δημοσιογράφοι κυνηγάνε περαστικούς με το μικρόφωνο ανά χείρας και τους ρωτάνε τι γιορτάζουμε σήμερα, οι περαστικοί, οι οχτώ στους δέκα χάνουν τα λόγια τους και μπερδεύονται.Μετά θυμάμαι εκείνο το εντελώς κλισέ τσιτάτο που συναντάω πολύ συχνά σε στάτους στο facebook ''Ο λαός που ξεχνά την ιστορία του είναι καταδικασμένος να την ξαναζήσει.'' και δε γίνεται να κρύψω αυτό το ειρωνικό χαμόγελο της απογοήτευσης.